• el
  • en

Υπερμετρωπία

Υπερμετρωπία είναι η διαθλαστική εκείνη ανωμαλία κατά την οποία, όταν ο οφθαλμός βρίσκεται σε ηρεμία, μία παράλληλη δέσμη φωτεινών ακτίνων, εισερχόμενη στο μάτι, εστιάζεται πίσω από τον αμφιβληστροειδή.

ΑΙΤΙΑ
Η υπερμετρωπία μπορεί να οφείλεται σε μικρό προσθοπίσθιο άξονα του ματιού, σε μικρή διαθλαστική δύναμη του κερατοειδούς ή του φακού ή σε συνδυασμό των παραπάνω.  Τα συμπτώματα της υπερμετρωπίας εξαρτώνται απόλυτα από την ηλικία του ατόμου και το βαθμό υπερμετρωπίας του. Μικρός βαθμός υπερμετρωπίας κατά τη γέννηση είναι φυσιολογικό φαινόμενο και μειώνεται με την ανάπτυξη του σώματος.
Στην παιδική ηλικία ο υπερμέτρωπας μπορεί, ενεργοποιώντας τη λειτουργία της προσαρμογής (βλ. Πρεσβυωπία), να εξουδετερώσει την υπερμετρωπία και να μην έχει πρόβλημα μειωμένης όρασης. Καθώς ο υπερμέτρωπας μεγαλώνει το εύρος προσαρμογής μειώνεται, οπότε αρχίζουν τα προβλήματα μειωμένης όρασης, τόσο για την κοντινή όσο και για τη μακρινή όραση.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
Ορισμένα άτομα με χαμηλή υπερμετρωπία, λόγω της συνεχούς προσπάθειας προσαρμογής και εξουδετέρωσης της υπερμετρωπίας μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα κοπιωπίας (κεφαλαλγία, πόνο στα μάτια, δακρύροια). Σε ορισμένα παιδιά η υπερμετρωπία ευθύνεται για την πρόκληση ενός είδους στραβισμού και πρέπει να διορθώνεται άμεσα γιατί υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης αμβλυωπίας (τεμπέλικο μάτι).

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Η διόρθωση της υπερμετρωπίας γίνεται με θετικούς φακούς. Η χορήγηση διορθωτικών γυαλιών εξαρτάται από το βαθμό της υπερμετρωπίας, την ηλικία του ατόμου, την παρουσία ή μη συμπτωμάτων. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν και φακοί επαφής.